Arrows blue.png Δείτε επίσης: vertrauen

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Vertrauen -
γενική des Vertrauens -
δοτική dem Vertrauen -
αιτιατική das Vertrauen -

Vertrauen (de) ουδέτερο

  1. εμπιστοσύνη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία