Arrows blue.png Δείτε επίσης: dès

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΆρθροΕπεξεργασία

des (fr)

  1. (αόριστο άρθρο) πληθυντικός του un
  2. (οριστικό άρθρο) πληθυντικός του du

Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

des < γερμανική desto

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /des/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

des (eo)

  • Ju pli mi lernas, des pli mi scias.
  • Des pli bone.