Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

anvertrauen (de)

  1. (μεταβατικό) (jemandem etwas) εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον
  2. (reflexiv) (sich jemandem) εμπιστεύομαι