Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐμπιστεύομαι < ἐμπιστεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐμπιστεύομαι

  1. εμπιστεύομαι κάτι σε κάποιον