Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εμπιστευτικός εμπιστευτική εμπιστευτικό
γενική εμπιστευτικού εμπιστευτικής εμπιστευτικού
αιτιατική εμπιστευτικό εμπιστευτική εμπιστευτικό
κλητική εμπιστευτικέ εμπιστευτική εμπιστευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμπιστευτικοί εμπιστευτικές εμπιστευτικά
γενική εμπιστευτικών εμπιστευτικών εμπιστευτικών
αιτιατική εμπιστευτικούς εμπιστευτικές εμπιστευτικά
κλητική εμπιστευτικοί εμπιστευτικές εμπιστευτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εμπιστευτικός < εμπιστεύομαι + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εμπιστευτικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία