Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυστικό μυστικά
γενική μυστικού μυστικών
αιτιατική μυστικό μυστικά
κλητική μυστικό μυστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μυστικό < ουδέτερο του μυστικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μυστικό ουδέτερο

  1. πληροφορία που είναι γνωστή από ένα μόνο άτομο ή από μικρό κύκλο ατόμων, η οποία πρέπει να παραμείνει κρυφή


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

μυστικό