Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφιερώνω < αρχαία ελληνική ἀφιερόω < ἀπό + ἱερόω < ἱερός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική consacrer)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.fi.ɛ.ˈɾɔ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αφιερώνω (παθητική φωνή αφιερώνομαι)

  1. προσφέρω κάτι στον Θεό
  2. προσφέρω τιμητικά κάτι σε κάποιον
  3. ασχολούμαι με κάτι ψυχή τε και σώματι, ολοκληρωτικά
  4. διαθέτω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία