Δείτε επίσης: ἱερός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ιερός η ιερή το ιερό
      γενική του ιερού της ιερής του ιερού
    αιτιατική τον ιερό την ιερή το ιερό
     κλητική ιερέ ιερή ιερό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ιεροί οι ιερές τα ιερά
      γενική των ιερών των ιερών των ιερών
    αιτιατική τους ιερούς τις ιερές τα ιερά
     κλητική ιεροί ιερές ιερά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιερός < αρχαία ελληνική ἱερός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ish₂ros

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ιερός -ή -ό

  1. που έχει μεγάλη θρησκευτική αξία και αντιμετωπίζεται με σεβασμό και δέος
  2. που έχει μεγάλη ισχύ ή θεϊκή δύναμη

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δεν έχει ιερά και όσια, δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο: δε σέβεται τίποτα, δεν έχει ηθικές αναστολές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία