Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιερέας οι ιερείς
      γενική του ιερέα
& ιερέως
των ιερέων
    αιτιατική τον ιερέα τους ιερείς
     κλητική ιερέα ιερείς
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιερέας < αρχαία ελληνική ἱερεύς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ɛ.ˈɾɛ.as/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιερέας αρσενικό, ιέρεια θηλυκό

  1. o λειτουργός μιας θρησκείας, ο επιφορτισμένος με τα καθήκοντα τέλεσης των θρησκευτικών τελετών, της φροντίδας για τους ναούς και της πνευματικής καθοδήγησης των πιστών
  2. (ειδικότερα) αυτός που κατέχει στις χριστιανικές εκκλησίες το δεύτερο βαθμό της ιεροσύνης

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία