Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιεροσύνη < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιεροσύνη θηλυκό

  1. το αξίωμα, το λειτούργημα του ιερέα
  2. η χειροτονία ιερέα, ο διορισμός του με ειδική τελετή
  3. το σύνολο των ιερέων, το ιερατείο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία