Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειροτονία χειροτονίες
γενική χειροτονίας χειροτονιών
αιτιατική χειροτονία χειροτονίες
κλητική χειροτονία χειροτονίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειροτονία < αρχαία ελληνική χειροτονία < χειροτονέω / χειροτονῶ < χείρ + τείνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çi.ɾɔ.tɔ.ˈni.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειροτονία θηλυκό

  1. (θρησκεία) τελετή κατά την οποία κάποιος γίνεται κληρικός (ή λαμβάνει μεγαλύτερο βαθμό ιεροσύνης)
  2. (μεταφορικά) (σκωπτικά) ξυλοδαρμός

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χειροτονία χειροτονία χειροτονίαι
Γενική χειροτονίας χειροτονίαιν χειροτονιῶν
Δοτική χειροτονί χειροτονίαιν χειροτονίαις
Αιτιατική χειροτονίαν χειροτονία χειροτονίας
Κλητική χειροτονία χειροτονία χειροτονίαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειροτονία < χειροτονέω / χειροτονῶ < χείρ + τείνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειροτονία θηλυκό
  1. ανάταση της χειρός
  2. (κατ’ επέκταση) ψηφοφορία
  3. (κατ’ επέκταση) εκλογή
  4. (κατ’ επέκταση) ψήφος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία