Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρο- < (λόγιο) < αρχαία ελληνική χειρο- < χείρ, (χειρ- + -ο-). Για τους ιατρικούς όρους, μεταφραστικό δάνειο από ξένους όρους[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çi.ɾɔ/

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

χειρο-

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

όπως

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρο- < χείρ, χειρ- + -ο-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

χειρο-

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία