Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χειρονομία οι χειρονομίες
      γενική της χειρονομίας των χειρονομιών
    αιτιατική τη χειρονομία τις χειρονομίες
     κλητική χειρονομία χειρονομίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρονομία < αρχαία ελληνική χειρονομία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çi.ɾo.noˈmi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειρονομία θηλυκό

  1. εκφραστική κίνηση των χεριών
  2. άσεμνη κίνηση
  3. (μεταφορικά) ενέργεια που γίνεται για να εκφράσει ένα συναίσθημα
    πολύ ευγενική χειρονομία να σου προσφέρει λουλούδια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία