Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ενάργεια

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενέργεια ενέργειες
γενική ενέργειας ενεργειών
αιτιατική ενέργεια ενέργειες
κλητική ενέργεια ενέργειες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενέργεια < αρχαία ελληνική ἐνέργεια

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ˈnɛɾ.ʝi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενέργεια θηλυκό

  1. ανθρώπινη πράξη
  2. (φυσική) θεμελιώδης ποσότητα που χαρακτηρίζει ένα σώμα ή χώρο που μπορεί να μεταβάλλει κάποιο άλλο σώμα ή να μεταβληθεί, σχετικιστική μεταβολή ή δυνατότητα μεταβολής (χρωματικού) συνόλου σε σχέση με άλλο ή άλλα
  3. (κβαντική χρωμοδυναμική) ποσότητα πληροφορίας, υψηλής ενέργειας κυματοσυνάρτηση δύναται να προκαλέσει περισσότερες αλλαγές κατάστασης καθώς εντροπίζεται-διαχέεται, ποσότητα πληροφορίας και ενέργεια ταυτίζονται σαν έννοιες στην κβαντική χρωμοδυναμική (στη καθημερινή ζωή ξέρουμε ότι τα FM εμπεριέχουν περισσότερη πληροφορία, ενέργεια και συχνότητα απ' τα AM ανά μονάδα χρόνου)
  4. (σωματιδιακή φυσική), (θεμελιωδώς) μη θορυβική ροή στο υπόβαθρο της τάξης μεγέθους Planck

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία