Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετενέργεια < μετά + ενέργεια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετενέργεια θηλυκό

  1. το να θεωρείται μια σύμβαση ότι είναι ενεργή ακόμα και μετά τη λήξη της
    • (ειδικότερα) η νομοθετική πρόβλεψη για διατήρηση σε ισχύ των όρων μιας συλλογικής σύμβασης εργασίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που ορίζεται από τον νόμο, μετά τη λήξη ή την καταγγελία της σύμβασης αυτής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία