Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δυναμικός η δυναμική το δυναμικό
      γενική του δυναμικού της δυναμικής του δυναμικού
    αιτιατική τον δυναμικό τη δυναμική το δυναμικό
     κλητική δυναμικέ δυναμική δυναμικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δυναμικοί οι δυναμικές τα δυναμικά
      γενική των δυναμικών των δυναμικών των δυναμικών
    αιτιατική τους δυναμικούς τις δυναμικές τα δυναμικά
     κλητική δυναμικοί δυναμικές δυναμικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυναμικός < (ελληνιστική κοινήδυναμικός < αρχαία ελληνική δύναμις < δύναμαι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δυναμικός, -ή, -ό

  1. που έχει (ψυχική και ηθική) δύναμη και αντοχή και αναπτύσσει δραστηριότητες και πρωτοβουλία (ενίοτε και με κάποια βιαιότητα
  2. που παρουσιάζει τάση εξέλιξης
     συνώνυμα: εξελικτικός
     αντώνυμα: στατικός
  3. που σχετίζεται με τις φυσικές δυνάμεις
  4. που μεταβάλλεται στο χρόνο
  5. (πληροφορική) dynamic: αυτό που μπορεί να μεταβληθεί κατά την διάρκεια της εκτέλεσης ενός προγράμματος (runtime), όπως ο ορισμός του τύπου μιας μεταβλητής (variable)
     αντώνυμα: στατικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία