Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξέλιξη εξελίξεις
γενική εξέλιξης
& εξελίξεως
εξελίξεων
αιτιατική εξέλιξη εξελίξεις
κλητική εξέλιξη εξελίξεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξέλιξη < αρχαία ελληνική ἐξέλιξις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ˈksɛ.li.ksi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξέλιξη θηλυκό

  1. βελτίωση
  2. επόμενο στάδιο, γεγονός ή συμβάν· εξαρτημένο γεγονός από προηγούμενο, -α
  3. (βιολογία) προσαρμοστική διαφοροποίηση με ποσοστό τυχαίας μεταβολής
    η αλλαγή στις ιδιότητες ενός πληθυσμού οργανισμών στο πέρασμα των χρόνων μεταξύ διαφορετικών γενεών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία