Δείτε επίσης: πρόσοδος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πρόοδος οι πρόοδοι
      γενική της προόδου των προόδων
    αιτιατική την πρόοδο τις προόδους
     κλητική πρόοδε
(πρόοδο)
πρόοδοι
όπως «ήπειρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόοδος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική πρόοδος < (πρό) πρό- + ὁδός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική progrès[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɾo.o.ðos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πρό‐ο‐δος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόοδος θηλυκό

  1. η βελτίωση, ο δρόμος προς κάτι καλύτερο
    Βλέπω τις προόδους που κάνεις στο σχολείο και χαίρομαι!
  2. (με αρνητική έννοια) συν'εχεια σε μια κατάσταση
    συνεχής πρόοδος της νόσου μεταξύ των υποτροπών
  3. (μαθηματικά) είδος ακολουθίας
  4. (εκπαίδευση) είδος εξέτασης σε ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τις λέξεις προ και οδός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πρόοδος προόδω πρόοδοι
Γενική προόδου προόδοιν προόδων
Δοτική προόδ προόδοιν προόδοις
Αιτιατική πρόοδον προόδω προόδους
Κλητική πρόοδε προόδω πρόοδοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόοδος < πρό- + ὁδός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόοδος θηλυκό

  1. η πορεία προς τα εμπρός
  2. (ειδικότερα) η έξοδος από το σπίτι
  3. η δημόσια εμφάνιση
  4. (μαθηματικά) πρόοδος

  ΠηγέςΕπεξεργασία