Δείτε επίσης: ἀκολουθία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακολουθία οι ακολουθίες
      γενική της ακολουθίας των ακολουθιών
    αιτιατική την ακολουθία τις ακολουθίες
     κλητική ακολουθία ακολουθίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακολουθία < αρχαία ελληνική ἀκολουθία < ἀκόλουθος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακολουθία θηλυκό

  1. η λογική σειρά σκέψης, λόγου και πράξης, η συνεχής και συνεκτική διαδοχή τους
    το κείμενό σου δεν έχει ακολουθία, άρα δε θα πείσει
  2. η ομάδα ανθρώπων που ακολουθεί ή συνοδεύει σημαντικά (συνήθως) πρόσωπα
    εμφανίστηκε η δημοφιλής ηθοποιός με την ακολουθία της
     συνώνυμα: συνοδεία, κουστωδία (ειρωνικό)
  3. ακολουθία των χρόνων: η συντακτική σχέση και συμφωνία των ρημάτων ανάμεσα την κύρια και τη δευτερεύουσα (εξαρτημένη) πρόταση που καθορίζεται από κανόνες
    σύμφωνα με την ακολουθία των χρόνων, η δευτερεύουσα εκφέρεται με Ευκτική του πλαγίου λόγου, διότι εξαρτάται από ρήμα ιστορικού χρόνου
  4. διάταξη εννοιών, πραγμάτων υλικών ή άυλων, γεγονότων, κλπ σε συγκεκριμένη σειρά.
  5. (θρησκεία) η ιεροτελεστία με λατρευτικό χαρακτήρα, τακτική ή έκτακτη, που καθορίζεται από το τυπικό της Εκκλησίας και σχετίζεται με τη Θεία Λειτουργία
    οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας έχουν κατανυκτικό χαρακτήρα
  6. (μαθηματικά) κάθε συνάρτηση που έχει σαν πεδίο ορισμού το σύνολο των φυσικών αριθμών
  7. (πληροφορική) κατηγορία δομών δεδομένων (data structures) που έχουν χαρακτηριστικά ακολουθίας, όπως ο πίνακας (array), η λίστα (list), η πλειάδα (tuple), η συμβολοσειρά (string), κλπ[1]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Stavros Komineas, «Ακολουθίες - Μαθήματα Python», Department of Mathematics and Applied Mathematics, University of Crete. Προσπέλαση 2019-12-08