Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsɜːvɪs/ και /ˈsɝvɪs/
ήχος (ΗΠΑ) 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
service services

service (en)

  1. η υπηρεσία
  2. (στρατιωτικός όρος) η θητεία
  3. (πληροφορική) η υπηρεσία, που παρέχεται από τη λειτουργία ενός προγράμματος, ενός εξυπηρετητή (server), κλπ.[1]

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «υπηρεσία» από αναζήτηση «service» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

service 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
service services

service (fr) αρσενικό

  1. η υπηρεσία
  2. (αθλητισμός) το σερβίρισμα μιας μπάλας
  3. (στρατιωτικός όρος) η θητεία