Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δούλεψη < δουλεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δούλεψη θηλυκό

  1. το να εργάζεται κάποιος για λογαριασμού άλλου, να είναι υπάλληλός, εργάτης, υπηρέτης του
    είμαι στη δούλεψή σου τόσα χρόνια κι έναν καλό λόγο δεν μου είπες


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία