Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλεύω < ελληνιστική κοινή δουλεύω < αρχαία ελληνική < δοῦλος < μυκηναϊκή διάλεκτος 𐀈𐀁𐀫 (do-e-or) < χαναανική *dōʾēlu (υπηρέτης, ακόλουθος)

  ΡήμαΕπεξεργασία

δουλεύω (παθητική φωνή: δουλεύομαι)

  1. κάνω μια χειρωνακτική ή πνευματική δουλειά
    Συνώνυμα: εργάζομαι
  2. λειτουργώ
    Το ρολόι/μηχάνημα σταμάτησε να δουλεύει
  3. πειράζω κάποιον, τον ξεγελώ
    Συνώνυμα: κοροϊδεύω, εξαπατώ
    Με χαμόγελο με κέφι / πώς με καταφέρνεις και γελάς, / μπράβο σου πώς με δουλεύεις / κι όλο φίνα την περνάς. (Βασίλης Τσιτσάνης, Μπράβο σου πώς με δουλεύεις)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Δούλευε να φας και κλέψε να 'χεις:
  • Κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει:

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλεύω < δοῦλος + -εύω < μυκηναϊκή 𐀈𐀁𐀫 (do-e-or) < χαναανική *dōʾēlu (υπηρέτης, ακόλουθος)

  ΡήμαΕπεξεργασία

δουλεύω

  1. είμαι δούλος, υπήκοος
  2. υπηρετώ, εξυπηρετώ
  3. υπακούω
  4. υποτάσσομαι

ΚλίσηΕπεξεργασία