Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δουλειά δουλειές
γενική δουλειάς δουλειών
αιτιατική δουλειά δουλειές
κλητική δουλειά δουλειές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δουλειά < μεσαιωνική ελληνική δουλειά < ελληνιστική κοινή δουλεία < αρχαία ελληνική δουλεία < δουλεύω < δοῦλος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðu.ˈʎa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δουλειά θηλυκό

  1. η ενέργεια του δουλεύω, η εργασία
    με σκληρή δουλειά πέτυχε ό,τι πέτυχε στη ζωή του
  2. η εργασία, το επάγγελμα
    τι δουλειά κάνεις;
  3. η εργασία, ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο κλπ) στον οποίο κάποιος εργάζεται
    πηγαίνω στη δουλειά μου με το λεωφορείο
  4. πληθυντικός η οικονομική-επιχειρηματική συνεργασία και δοσοληψία
    η εταιρεία του κάνει δουλειές με τους Γερμανούς
  5. το προϊόν της (πνευματικής και καλλιτεχνικής κυρίως) εργασίας
    ο γνωστός ζωγράφος θα παρουσιάσει στη γκαλερί τάδε την καινούρια του δουλειά
  6. η ανάμειξη κάποιου σε μια υπόθεση, ο ρόλος που μπορεί να παίξει σ' αυτήν
    τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτόν τον παλιάνθρωπο; (γιατί σχετίζεσαι μαζί του;)

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δουλειές με φούντες: προσοδοφόρα οικονομική δραστηριότητα
  • μου άνοιξες δουλειές: μου προσέθεσες νέες υποχρεώσεις - φασαρίες
  • ξέρω την δουλειά μου: ξέρω τι κάνω
  • τι δουλειά έχεις εδώ;: τι θες εδώ;

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία