Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοσοληψία δοσοληψίες
γενική δοσοληψίας δοσοληψιών
αιτιατική δοσοληψία δοσοληψίες
κλητική δοσοληψία δοσοληψίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δοσοληψία < μεταγενέστερη ελληνική < δοσο- (αρχαία ελληνική δόσις) + -ληψία (< αρχαία ελληνική λῆψις)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðɔ.sɔ.li.ˈpsi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δοσοληψία θηλυκό

  1. η ανταλλαγή προϊόντος και χρημάτων
      συνώνυμα: αλισβερίσι, νταραβέρι, πάρε δώσε, συναλλαγή
  2. πληθυντικός: οι αμοιβαίες σχέσεις κι επαφές· λέγεται, κυρίως, με αρνητική σημασία
    είχε δοσοληψίες με αναρχικές ομάδες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία