Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάρε δώσε < παίρνω + δίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάρε δώσε ουδέτερο άκλιτο

  1. η συνδιαλλαγή, η δοσοληψία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία