Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμοιβαίος η αμοιβαία το αμοιβαίο
      γενική του αμοιβαίου της αμοιβαίας του αμοιβαίου
    αιτιατική τον αμοιβαίο την αμοιβαία το αμοιβαίο
     κλητική αμοιβαίε αμοιβαία αμοιβαίο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμοιβαίοι οι αμοιβαίες τα αμοιβαία
      γενική των αμοιβαίων των αμοιβαίων των αμοιβαίων
    αιτιατική τους αμοιβαίους τις αμοιβαίες τα αμοιβαία
     κλητική αμοιβαίοι αμοιβαίες αμοιβαία
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμοιβαίος < αρχαία ελληνική ἀμοιβαῖος,α, ον < ἀμοιβή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αμοιβαίος -α -ο

  • που ενέχει ανταπόδοση (για αφηρημένες έννοιες)
    αμοιβαίες υποχωρήσεις, φιλοφρονήσεις, αμοιβαία αισθήματα, αμοιβαία αντιπάθεια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία