Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εταιρία, ἑταιρεία, ἑταιρία

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εταιρεία εταιρείες
γενική εταιρείας εταιρειών
αιτιατική εταιρεία εταιρείες
κλητική εταιρεία εταιρείες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εταιρεία < αρχαία ελληνική ἑταιρεία (σύνδεσμος, αδελφότητα) < ἑταιρεῖος < ἑταῖρος < ἔτης < *ϝέτης < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *swé (ἑός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.tɛ.ˈɾi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εταιρεία θηλυκό

  1. το σύνολο ανθρώπων που συνεργάζονται για κάποιο κοινό σκοπό
  2. το σύνολο ανθρώπων και κεφαλαίων που επιτρέπει την παραγωγή, την μετατροπή και την πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία