Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αδελφότητα οι αδελφότητες
      γενική της αδελφότητας των αδελφοτήτων
    αιτιατική την αδελφότητα τις αδελφότητες
     κλητική αδελφότητα αδελφότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδελφότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀδελφότης[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ðelˈfo.ti.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐δελ‐φό‐τη‐τα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αδελφότητα θηλυκό

  1. οργάνωση με μυστικά έθιμα και διαδικασίες
  2. φοιτητική πανεπιστημιακή οργάνωση
  3. σωματείο που αναπτύσσει μια κοινωνική ή πνευματική δραστηριότητα
  4. μοναχική οργάνωση με σκοπό την διαφύλαξη και προστασία προσκηνυμάτων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία