Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Gesellschaft die Gesellschaften
γενική der Gesellschaft der Gesellschaften
δοτική der Gesellschaft den Gesellschaften
αιτιατική die Gesellschaft die Gesellschaften

Gesellschaft (de) θηλυκό