Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση αρσενικό θηλυκό ουδέτερο πληθυντικός
ονομαστική der die das die
γενική des der des der
δοτική dem der dem den
αιτιατική den die das die

  ΠροφοράΕπεξεργασία

der 

  ΆρθροΕπεξεργασία

der (de)

  • τύπος του οριστικού άρθρου der-die-das
  1. ο, ονομαστική ενικού του αρσενικού
  2. της, γενική ενικού του θηλυκού
  3. στην, δοτική ενικού του θηλυκού
  4. των

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

der (de)

  1. (αναφορική) ο οποίος
  2. (δεικτική) εκείνος



Δανικά (da) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

der (da)



Νορβηγικά (no) Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

der (no)