Αγγλικά (en) Edit

  ΠροφοράEdit

ΔΦΑ : /daɪ/
ενικός πληθυντικός
die dies / dice

  ΟυσιαστικόEdit

die (en)

  ΡήμαEdit

ενεστώτας die
γ΄ ενικό ενεστώτα dies
αόριστος died
παθητική μετοχή died
ενεργητική μετοχή dying
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

die (en)

ΕκφράσειςEdit

  • die of something: πεθαίνω από άμεση αιτία (πχ παθολογική)
  • die from something: πεθαίνω από κάτι που προκαλεί μία άμεση αιτία (πχ φυσικό ατύχημα που προκαλεί αιμορραγία ή καταστροφή ζωτικών οργάνων· πρόκληση σωματικής βλάβης [όμως προτιμώνται άλλες διατυπώσεις "died due to a first fight", "died by a bullet")
  • die by the sword: πεθαίνω λόγω εμπλοκής σε βίαιο περιστατικό, -ά (όχι απαραιτήτως από σπαθί)
    • die by gunshot, die by a bullet και για αδέσποτη σφαίρα be killed (die) by a stray bullet: κυριολεκτικά

Συγγενικές λέξειςEdit

  1. dead (και εκφράσεις)
  2. death

Δείτε επίσηςEdit



Γερμανικά (de) Edit

πτώση αρσενικό θηλυκό ουδέτερο πληθυντικός
ονομαστική der die das die
γενική des der des der
δοτική dem der dem den
αιτιατική den die das die

  ΠροφοράEdit

die 

  ΆρθροEdit

die (de)

  • τύπος του οριστικού άρθρου der-die-das
  1. η, ονομαστική ενικού του θηλυκού
  2. την, αιτιατική ενικού του θηλυκού
  3. οι, τα, ονομαστική πληθυντικού για όλα τα γένη
  4. τους, τις, τα, αιτιατική πληθυντικού για όλα τα γένη

  ΑντωνυμίαEdit

  1. (αναφορική)
  2. (δεικτική)