Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεθαίνω < μεσαιωνική ελληνική πεθαίνω < απεθαίνω < αρχαία ελληνική ἀπέθανον, αόριστος του ἀποθνήσκω < ἀπό + θνήσκω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɛ.ˈθɛ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

πεθαίνω

  1. φεύγω από τη ζωή, σταματάνε όλες οι σωματικές λειτουργίες μου που χρειάζονται για τη στήριξη της ζωής
    ο ηθοποιός πέθανε από καρδιακή προσβολή
  2. σταματάει η ύπαρξή μου
    δεν ξέρουμε πόσες ανθρώπινες γλώσσες πεθαίνουν κάθε χρόνο
  3. θέλω κάτι ή κάποιον πάρα πολύ, έχω έντονη επιθυμία
    η κοπέλα πεθαίνει για σένα, φαίνεται στα μάτια της πως σε αγαπά
  4. νιώθω μία δυσάρεστη αίσθηση που δύσκολα την αντέχω
    πριν την εγχείρηση πέθαινε από τον πόνο στο πόδι της, αλλά τώρα είναι μια χαρά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία