Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεθαμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πεθαίνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πεθαμένος, -η, -ο

  1. που έχει πεθάνει, που είναι νεκρός
  2. (μεταφορικά) υπερβολικά κουρασμένος
  3. (μεταφορικά) εξουθενωμένος

  Αντώνυμα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία