Δείτε επίσης: ἀποθανών

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αποθανών
αποθανόντας
η αποθανούσα το αποθανόν
      γενική του αποθανόντος
αποθανόντα
της αποθανούσας
αποθανούσης*
του αποθανόντος
    αιτιατική τον αποθανόντα την αποθανούσα το αποθανόν
     κλητική αποθανών
αποθανόντα
αποθανούσα αποθανόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αποθανόντες οι αποθανούσες τα αποθανόντα
      γενική των αποθανόντων των αποθανουσών των αποθανόντων
    αιτιατική τους αποθανόντες τις αποθανούσες τα αποθανόντα
     κλητική αποθανόντες αποθανούσες αποθανόντα
Οι αρχαίες καταλήξεις: -ών, -οῦσα, -όν
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'παρών', Κατηγορία όπως «παρών» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποθανών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποθανών, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος ἀποθνῄσκω < θνῄσκω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

αποθανών, -ούσα, -όν

  1. (λόγιο) μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος αποθνήσκω: ο πεθαμένος
    άλλες μορφές: αποθανόντας
  2. (σύμβολο) πριν ή μετά από όνομα νεκρού

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

λόγια:

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία