Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ψόφιος ψόφια ψόφιο
γενική ψόφιου ψόφιας ψόφιου
αιτιατική ψόφιο ψόφια ψόφιο
κλητική ψόφιε ψόφια ψόφιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψόφιοι ψόφιες ψόφια
γενική ψόφιων ψόφιων ψόφιων
αιτιατική ψόφιους ψόφιες ψόφια
κλητική ψόφιοι ψόφιες ψόφια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψόφιος < ψοφώ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpsɔ.fçɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψόφιος -ια -ιο

  1. (για ζώα) νεκρός
  2. (μεταφορικά) πολύ κουρασμένος
    γύρισα από τη δουλειά ψόφιος
  3. (μεταφορικά) για άνθρωπο ή κατάσταση χωρίς ζωντάνια και ενεργητικότητα, άρα και χωρίς ενδιαφέρον
    πολύ ψόφια τα πράγματα σήμερα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κάνω τον ψόφιο κοριό: από φόβο ή αδιαφορία προσποιούμαι ότι δεν με απασχολεί κάτι που γίνεται ή λέγεται και με αφορά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία