Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

dead (en)

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

dead (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος work

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • the battery is dead: η μπαταρία έχει αδειάσει ή δεν λειτουργεί
  • the phone is dead: το τηλέφωνο είναι 'νεκρό'