Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδειάζω < μεσαιωνική ελληνική ἀδειάζω < αρχαία ελληνική ἄδει(α) + -άζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aˈðʝa.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αδειάζω, αόρ.: άδειασα και σπανίως, παθ.φωνή: αδειάζομαι, π.αόρ.: αδειάστηκα, μτχ.π.π.: αδειασμένος

  1. (μεταβατικό) αφαιρώ από κάτι το περιεχόμενό του, το αφήνω άδειο
     συνώνυμα: κενώνω
  2. (αμετάβατο) απομένω άδειος
    πότε πρόλαβε και άδειασε η αίθουσα;
  3. (μεταφορικά), (αργκό) αίρω την στήριξη ή δεν στηρίζω εξ αρχής
    κατακρίνω, επικρίνω, μέμφομαι, κατηγορώ
    • (σπάνια και παθητικό)
      αδειάστηκε' ο υπουργός από τον πρωθυπουργό
  4. (μεταφορικά), (αργκό) έχω διαθέσιμο χρόνο για να κάνω κάτι
    πότε αδειάζεις για να συζητήσουμε κάτι που θέλω;

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αδειάζω τη γωνιά (σε κάποιον): απομακρύνομαι από κάποιον για να μην τον ενοχλώ

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία