Δείτε επίσης: αἴρω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αίρω < αρχαία ελληνική αἴρω ("σηκώνω")

  ΡήμαΕπεξεργασία

αίρω (μεταβατικό) (αίρομαι (αμετάβατο))

  1. απομακρύνω κάτι αρνητικό
    θα άρουμε τις αδικίες
  2. τερματίζω περιορισμούς, απομακρύνω εμπόδια, παύω συμφωνία, συνθήκη ή συμβόλαιο
    αίρω το casus belli
    αίρω τη βουλευτική ασυλία
    το υπουργείο αίρει την απαγόρευση

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία