Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παύω < αρχαία ελληνική παύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παύω, πρτ.: έπαυα, στ.μέλλ.: θα πάψω, αόρ.: έπαψα

  1. (μεταβατικό) σταματώ, διακόπτω
  2. (αμετάβατο) σταματώ, τελειώνω
  3. (μεταβατικό) απολύω από την υπηρεσία δημόσιο υπάλληλο (παθητικό: παύομαι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία