Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpa.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παύ‐ω

  Ρήμα 1Επεξεργασία

παύω, αόρ.: έπαψα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (μεταβατικό) σταματάω, διακόπτω
  2. (αμετάβατο) τελειώνω
  3. (αμετάβατο) σταματάω
    πάψε πια!

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ρήμα 2Επεξεργασία

παύω, αόρ.: έπαυσα/έπαψα, παθ.φωνή: παύομαι, π.αόρ.: παύθηκα/παύτηκα, μτχ.π.π.: παυμένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία