Δείτε επίσης: ἀπολύω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

1,2,3 απολύω < αρχαία ελληνική ἀπολύω < ἀπό + λύω < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική entlassen
4. απολύω < μεσαιωνική ελληνική ἀπολύω < αρχαία ελληνική ἀπολύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

απολύω (παθητική φωνή: απολύομαι)

  1. διώχνω εργαζόμενο από την εργασία του (μόνιμα)
  2. αποφυλακίζω, απελευθερώνω
  3. λήγει η θητεία ενός στρατιώτη και του χορηγώ απολυτήριο
  4. (για μαθητή που περατώνει τις σπουδές μιας σχολικής βαθμίδας) χορηγώ απολυτήριο επιτρέποντάς του να συνεχίσει στην επόμενη βαθμίδα εκπαίδευσης
  5. (λαϊκότροπο) (θρησκεία) περατώνω της Θεία Λειτουργία (η άλλης ακολουθία) και συνακόλουθα αποπέμπω τους πιστούς από το ναό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία