Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απολυτίκιο τα απολυτίκια
      γενική του απολυτίκιου των απολυτίκιων
    αιτιατική το απολυτίκιο τα απολυτίκια
     κλητική απολυτίκιο απολυτίκια
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απολυτίκιο < ελληνιστική απόλυση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απολυτίκιο ουδέτερο, (καθαρεύουσα) απολυτίκιον

  • εκκλησιαστικό τροπάριο που σχετίζεται με την εορτή της ημέρας και που ψάλλεται πριν την απόλυση

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία