Δείτε επίσης: απολύω

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀπολύω < ἀπο- + λύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀπολύω

  1. λύνω, χαλαρώνω δεσμά
  2. απαλλάσσω
  3. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΠηγέςΕπεξεργασία