Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λύω < αρχαία ελληνική λύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

λύω

  1. (λόγιο) λύνω, επιλύνω
  2. ξεμπλέκω
  3. ξεκουμπώνω
  4. λασκάρω, χαλαρώνω
  5. ξεκάνω, ξεμπερδεύω
    λύω την πολιορκία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας λύω λύομαι
Παρατατικός ἔλυον ἐλυόμην
Μέλλοντας λύσω λύσομαι & λυθήσομαι
Αόριστος ἔλυσα ἐλυσάμην & ἐλύθην
Παρακείμενος λέλυκα λέλυμαι
Υπερσυντέλικος ἐλελύκειν ἐλελύμην
Συντελ.Μέλλ. λελυκώς ἔσομαι λελύσομαι


  Ετυμολογία Επεξεργασία

λύω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lewH-

  ΡήμαΕπεξεργασία

λύω (παθητική φωνή: λύομαι)

  1. λύνω, ανοίγω
    λύω ζωστῆρα
    λυσαμένα πλοκαμῖδας: αφού έλυσε τα μαλλιά της
    κλῄθρων λυθέντων: όταν άνοιξαν οι πύλες
    λύω γράμματα: ανοίγω ένα γράμμα
    λύω στόμα: ανοίγω το στόμα
    λύω βλεφάρων ἕδραν: ανοίγω τα βλέφαρα, ξυπνώ (αλλά και το αντίστροφο, βλέπε παρακάτω #3)
  2. λύνω, απελευθερώνω
    λίσσετο δ’ αἰεὶ // Ἥφαιστον κλυτοεργόν, ὅπως λύσειεν Ἄρηα (Οδύσσεια, θ 345)
  3. χαλαρώνω, στερώ τη δύναμη (όπως στο νεοελληνικό «μου λύθηκαν τα γόνατα»)
    ὅς τοι γούνατ’ ἔλυσα (Ιλιάδα Χ335)
    λύει κελαινὰ βλέφαρα: τα μάτια της έκλεισαν (Σοφοκλής, Αντιγόνη, 1300-1)
  4. καταστρέφω, διαλύω, ακυρώνω
    λύω φόβον, λύω νόμον, λύω τάς σπονδάς
  5. λύνω ένα πρόβλημα
  6. εξιλεώνω, ανταποδίδω
  7. απαλλάσσω
    • τέλη λύειν: ωφελώ (→ δείτε τη λέξη: λυσιτελής)
      Φεῦ φεῦ, φρονεῖν ὡς δεινὸν ἔνθα μὴ τέλη λύῃ φρονοῦντι: Αλίμονο, πόσο φοβερή είναι η γνώση όταν δεν ωφελεί αυτόν που την έχει (Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος, 316-7)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883