Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λυσιτελής η λυσιτελής το λυσιτελές
      γενική του λυσιτελούς της λυσιτελούς του λυσιτελούς
    αιτιατική τον λυσιτελή τη λυσιτελής το λυσιτελές
     κλητική λυσιτελή(ς) λυσιτελής λυσιτελές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λυσιτελείς οι λυσιτελείς τα λυσιτελή
      γενική των λυσιτελών των λυσιτελών των λυσιτελών
    αιτιατική τους λυσιτελείς τις λυσιτελείς τα λυσιτελή
     κλητική λυσιτελείς λυσιτελείς λυσιτελή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λυσιτελής < αρχαία ελληνική λυσιτελής < λύω (βλέπε σημ. #7) + τέλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λυσιτελής, -ής, -ές

  1. κατάλληλος για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου τέλους σε μία δεδομένη κατάσταση
    Περιγράψτε τις ενέργειες στις οποίες θα προβείτε για τη λυσιτελή υλοποίηση του έργου

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία