Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λύσις < αρχαία ελληνική λύσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λύσις θηλυκό

  1. (λόγιο) λύση, λύσιμο



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λύσις λύσει λύσεις
Γενική λύσεως λυσέοιν λύσεων
Δοτική λύσει λυσέοιν λύσεσι(ν)
Αιτιατική λύσιν λύσει λύσεις
Κλητική λύσι λύσει λύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λύσις < λύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λύσις [λῠσῐς] θηλυκό

  1. λύση, αποδέσμευση, λύσιμο
  2. απελευθέρωση
  3. απαλλαγή, κάθαρση
  4. αποχωρισμός
  5. διαζύγιο
  6. εξήγηση ενός ακατανόητου φαινομένου
  7. ανασκευή ενός επιχειρήματος, αναίρεση
  8. λύση, εύρεση αυτού που ζητάμε σε ένα πρόβλημα, στην υπόθεση ενός έργου κλπ.
  9. (γραμματική) χωρισμός ενός φωνήεντος σε δύο άλλα ή μίας λέξης σε δύο διαφορετικές
    ἥλιος, ἠέλιος

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία