Γλώσσα: Αρχαία ελληνικά » Παράρτημα:Γραμματική » Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές


Τριτόκλιτα επίθετα και μετοχές

« Κατηγορία:Επίθετα κατά την κλίση (αρχαία ελληνικά) & ελληνιστική κοινή
« Κατηγορία:Μετοχές κατά την κλίση (αρχαία ελληνικά) & ελληνιστική κοινή
1. Πίνακες: Ευρετήριο καταλήξεων (αρσενικό-θηλυκό-ουδέτερο - γενικές)

Όπου το θηλυκό είναι διαφορετικό από το αρσενικό, είναι πρωτόκλιτο.

Επίθετα: Μετοχές:
  • -άς-άσα-άν -άντος-άσης #στάς
  • -ας-ασα-αν -αντος-άσης #λύσας +σύμπας
  • -είς-εῖσα-έν -έντος-είσης #λυθείς
  • -ούς-οῦσα-όν -όντος-ούσης #διδούς
  • -ύς-ῦσα-ύν -ύντος-ύσης #δεικνύς
  • -ών-οῦσα-όν -όντος-ούσης #φυγών
  • -ων-ουσα-ον -οντος-ούσης #λύων +ἄκων
  • -ῶν-οῦσα-οῦν -ούντος-ούσης #ποιῶν, δηλῶν (ποιέω, δηλόω)
  • -ῶν-ῶσα-ῶν -ώντος-ώσης #τιμῶν (τιμάω)
  • -ώς-υῖα-ός -ότος-υίας #λελυκώς
  • -ώς-ῶσα-ώς-ός) -ῶτος-ώσης #τεθνεώς, ἑστώς
2. Πηγές

Πίνακες κλίσης τριτόκλιτων επιθέτωνΕπεξεργασία

ΦωνηεντόληκταΕπεξεργασία

βαθύς θῆλυς ἥμισυςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'βαθύς'}}
※ νέα ελληνικά
#όπως «βαθύς»

οξύτονα επίθετα σε '-ύς, -εία, -ύ (-ύς, γενική -έος)

Κατηγορία:βαθύς • 13 λέξεις 
 
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική βαθῠ́ς βαθεῖᾰ τὸ βαθῠ́
      γενική τοῦ βαθέος τῆς βαθείᾱς τοῦ βαθέος
      δοτική τῷ (βαθέϊ) βαθεῖ τῇ βαθείᾳ τῷ (βαθέϊ) βαθεῖ
    αιτιατική τὸν βαθῠ́ν τὴν βαθεῖᾰν τὸ βαθῠ́
     κλητική ! βαθῠ́ βαθεῖᾰ βαθῠ́
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ (βαθέες) βαθεῖς αἱ βαθεῖαι τὰ βαθέ
      γενική τῶν βαθέων τῶν βαθειῶν τῶν βαθέων
      δοτική τοῖς βαθέσῐ(ν) ταῖς βαθείαις τοῖς βαθέσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς βαθεῖς τὰς βαθείᾱς τὰ βαθέ
     κλητική ! (βαθέες) βαθεῖς βαθεῖαι βαθέ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βαθέε (βαθεῖ) τὼ βαθείᾱ τὼ βαθέε (βαθεῖ)
      γεν-δοτ τοῖν βαθέοιν τοῖν βαθείαιν τοῖν βαθέοιν
Οι ασυναίρετοι τύποι όπως στο παράδειγμα του Smyth.
Ο συνηρημένος δυϊκός, όπως στο σχολικό βιβλίο (Οικονόμου).
Είναι
  • οξύτονα όπως βαθύς, ἡ βαθεῖα, τὸ βαθύ
  • προπερισπώμενα όπως θῆλυς, ἡ θήλεια, τὸ θῆλυ
  • προπαροξύτονα όπως ἥμισυς, ἡ ἡμίσεια, τὸ ἥμισυ

Παρατηρήσεις

  • Τα αρσενικά και ουδέτερα είναι γενικά οξύτονα.
  • Βαρύτονα είναι το θῆλυς και το ἥμισυς
  • Είναι διπλόθεμα. με το θέμα σε σχηματίζονται η ονομαστική, αιτιατική και κλητική αρσενικού και ουδετέρου, ενώ με το θέμα σε -ε οι υπόλοιπες πτώσεις και των τριών γενών
  • Συναιρούν τον χαρακτήρα με το ε ή ι της κατάληξης σε ει
  • Η κλητική ενικού του αρσενικού σχηματίζεται ακατάληκτη
  • Η αιτιατική πληθυντικού σχηματίζεται όμοια με την ονομαστική
  • Το θηλυκό σχηματίζεται με την κατάληξη -jα: *βαθέjα→βαθεῖα

εὔβοτρυςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'εύβοτρυς'}}
-υς-υς-υ Κατηγορία:εὔβοτρυς • 2 λέξεις 
όπως εὔβοτρυς, ἡ εὔβοτρυς, τὸ εὔβοτρυ
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
εὐβοτρυ-
ονομαστική / εὔβοτρυς τὸ εὔβοτρυ
      γενική τοῦ/τῆς εὐβότρυος τοῦ εὐβότρυος
      δοτική τῷ/τῇ εὐβότρυϊ τῷ εὐβότρυϊ
    αιτιατική τὸν/τὴν εὔβοτρυν τὸ εὔβοτρυ
     κλητική ! εὔβοτρυ εὔβοτρυ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὐβότρυες τὰ εὐβότρυ
      γενική τῶν εὐβοτρύων τῶν εὐβοτρύων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὔβοτρυσῐ(ν) τοῖς εὔβοτρυσι(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐβότρῡς τὰ εὐβότρυα
     κλητική ! εὐβότρυες εὐβότρυα
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐβότρυε τὼ εὐβότρυε
      γεν-δοτ τοῖν εὐβοτρύοιν τοῖν εὐβοτρύοιν
Σύνθετο με το ουσιαστικό βότρυς, -υος.

Έτσι κλίνονται και σύνθετα επίθετα με ουσιαστικό που κλίνεται κατά το #βότρυς ή έχει γενική -υος


Δείτε και άλλα #σύνθετα επίθετα

Οδοντικόληκτα με ντΕπεξεργασία

Οδοντικόληκτα με ντ στο θέμα:

πᾶς σύμπαςΕπεξεργασία

χαρίειςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'χαρίεις'}}

οδοντικόληκτα παροξύτονα επίθετα με -ντ σε '-εις, -εσσα, εν

Κατηγορία:χαρίεις • 5 λέξεις 
όπως χαρίεις, ἡ χαρίεσσα, τὸ χαρίεν
όπως δαφνήεις, ἡ δαφνήεσσα, τὸ δαφνῆεν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
χᾰρῐεντ- χᾰρῐετ-
ονομαστική χαρίεις χαρίεσσ τὸ χαρίεν
      γενική τοῦ χαρίεντος τῆς χαριέσσης τοῦ χαρίεντος
      δοτική τῷ χαρίεντ τῇ χαριέσσ τῷ χαρίεντ
    αιτιατική τὸν χαρίεντ τὴν χαρίεσσᾰν τὸ χαρίεν
     κλητική ! χαρίεν χαρίεσσ χαρίεν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ χαρίεντες αἱ χαρίεσσαι τὰ χαρίεντ
      γενική τῶν χαριέντων τῶν χαριεσσῶν τῶν χαριέντων
      δοτική τοῖς χαρίεσῐ(ν) ταῖς χαριέσσαις τοῖς χαριέσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς χαρίεντᾰς τὰς χαριέσσᾱς τὰ χαρίεντ
     κλητική ! χαρίεντες χαρίεσσαι χαρίεντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ χαρίεντε τὼ χαριέσσ τὼ χαρίεντε
      γεν-δοτ τοῖν χαριέντοιν τοῖν χαριέσσαιν τοῖν χαριέντοιν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
δαφνηεντ- δαρφνηετ-
ονομαστική δαφνήεις δαφνήεσσ τὸ δαφνῆεν
      γενική τοῦ δαφνήεντος τῆς δαφνηέσσης τοῦ δαφνήεντος
      δοτική τῷ δαφνήεντ τῇ δαφνηέσσ τῷ δαφνήεντ
    αιτιατική τὸν δαφνήεντ τὴν δαφνήεσσᾰν τὸ δαφνῆεν
     κλητική ! δαφνῆεν δαφνήεσσ δαφνῆεν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ δαφνήεντες αἱ δαφνήεσσαι τὰ δαφνήεντ
      γενική τῶν δαφνηέντων τῶν δαφνηεσσῶν τῶν δαφνηέντων
      δοτική τοῖς δαφνήεσῐ(ν) ταῖς δαφνηέσσαις τοῖς δαφνηέσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς δαφνήεντᾰς τὰς δαφνηέσσᾱς τὰ δαφνήεντ
     κλητική ! δαφνήεντες δαφνήεσσαι δαφνήεντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δαφνήεντε τὼ δαφνηέσσ τὼ δαφνήεντε
      γεν-δοτ τοῖν δαφνηέντοιν τοῖν δαφνηέσσαιν τοῖν δαφνηέντοιν

Παρατηρήσεις
Επίθετα σε -ίεις, -όεις, -ήεις με θέμα -...ντ- και αντιμεταχώρηση

Ιδιαιτερότητες:

δωρικοί τύποι

  • μερικές φορές -ᾶς, -ᾶντος < -άεις (-ᾱεις), -άεντος (-ᾱεντος), όπως φωνᾶντα.

ομηρικοί τύποι

  • τῑμῆς & τῑμήεις τῑμῆντα & τμήεντα.

ΠΗΓΕΣ: Smyth, §299

ἄκων όπως λύωνΕπεξεργασία

  • Το επίθετο #ἄκων ακολουθεί την κλίση μετοχής όπως #λύων

Δείτε και τη μετοχή ἑκών

Οδοντικόληκτα με τΕπεξεργασία

ΕνρινόληκταΕπεξεργασία

μέλαςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'μέλας'}}
-ας-αινα-αν Κατηγορία:μέλας • 3 λέξεις 
μέλας, ἡ μέλαινα, τὸ μέλαν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
μελᾰν-
ονομαστική μέλᾱς μέλαιν τὸ μέλᾰν
      γενική τοῦ μέλᾰνος τῆς μελαίνης τοῦ μέλᾰνος
      δοτική τῷ μέλᾰν τῇ μελαίν τῷ μέλᾰν
    αιτιατική τὸν μέλᾰν τὴν μέλαινᾰν τὸ μέλᾰν
     κλητική ! μέλᾰν μέλαιν μέλᾰν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ μέλᾰνες αἱ μέλαιναι τὰ μέλᾰν
      γενική τῶν μελᾰ́νων τῶν μελαίνων τῶν μελᾰ́νων
      δοτική τοῖς μέλᾰσῐ(ν) ταῖς μελαίναις τοῖς μέλᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς μέλᾰνᾰς τὰς μελαίνᾱς τὰ μέλᾰν
     κλητική ! μέλᾰνες μέλαιναι μέλᾰν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μέλᾰνε τὼ μελαίν τὼ μέλᾰνε
      γεν-δοτ τοῖν μελᾰ́νοιν τοῖν μελαίναιν τοῖν μελᾰ́νοιν
 

ἄρρην σώφρων εὐδαίμωνΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'σώφρων'}} {{grc-κλίση-'ευδαίμων'}}
※ ουσιαστικά
#όπως «γείτων»
ενρινόληκτα (με ν' στο θέμα) δικατάληκτα παροξύτονα επίθετα σε -ων, -ονος -ην, -ενος
(για θέμα με
ντ
, δείτε #λύων-οντος, ἄκων )
που δεν μετακινούν τον τόνο στο ουδέτερο (Δείτε τους #κανόνες)

-ων-ων-ον, -ονος Κατηγορία:σώφρων • 14 λέξεις 

όπως σώφρων, ἡ σώφρων, τὸ σῶφρον

-ην-ην-εν, -ενος Κατηγορία:ἄρρην • 1 λέξεις 

όπως ἄρρην, ἡ ἄρρην, τὸ ἄρρεν
που μετακινούν τον τόνο στο ουδέτερο (Δείτε τους #κανόνες)

-ων-ων-'_ον, -ονος Κατηγορία:εὐδαίμων • 5 λέξεις 

όπως εὐδαίμων, ἡ εὐδαίμων, τὸ εὔδαιμoν
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
σωφρον-
ονομαστική / σώφρων τὸ σῶφρον
      γενική τοῦ/τῆς σώφρονος τοῦ σώφρονος
      δοτική τῷ/τῇ σώφρον τῷ σώφρον
    αιτιατική τὸν/τὴν σώφρον τὸ σῶφρον
     κλητική ! σῶφρον σῶφρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ σώφρονες τὰ σώφρον
      γενική τῶν σωφρόνων τῶν σωφρόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς σώφροσῐ(ν) τοῖς σώφροσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς σώφρονᾰς τὰ σώφρον
     κλητική ! σώφρονες σώφρον
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ σώφρονε τὼ σώφρονε
      γεν-δοτ τοῖν σωφρόνοιν τοῖν σωφρόνοιν
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
εὐδαίμον-
ονομαστική / εὐδαίμων τὸ εὔδαιμoν
      γενική τοῦ/τῆς εὐδαίμονος τοῦ εὐδαίμονος
      δοτική τῷ/τῇ εὐδαίμον τῷ εὐδαίμον
    αιτιατική τὸν/τὴν εὐδαίμον τὸ εὔδαιμoν
     κλητική ! εὔδαιμoν εὔδαιμoν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὐδαίμονες τὰ εὐδαίμον
      γενική τῶν εὐδαιμόνων τῶν εὐδαιμόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐδαίμοσῐ(ν) τοῖς εὐδαίμοσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐδαίμονᾰς τὰ εὐδαίμον
     κλητική ! εὐδαίμονες εὐδαίμον
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐδαίμονε τὼ εὐδαίμονε
      γεν-δοτ τοῖν εὐδαιμόνοιν τοῖν εὐδαιμόνοιν

ΚΑΝΟΝΕΣ: #σώφρων, #ἄρρην, #εὐδαίμων

  • Θέματα: σωφρον- ἀρρεν- εὐδαιμον-
    • στην ονομαστική ενικού δεν υπάρχει κατάληξη - το βραχύ φωνήεν όμως, εκτείνεται και γίνεται μακρό
      σωφρον- + ∅ > σώφρων (ο > ω)
      ἀρρεν- + ∅ > ἄρρην (ε > η)
      εὐδαιμον- + ∅ > εὐδαίμων (ο > ω)
    • στην κλητική ενικού δεν υπάρχει κατάληξη: είναι ίδια με το θέμα
      ὦ σῶφρον, ὦ ἄρρεν, ὦ εὔδαιμον
  • Μετακίνηση τόνου στο ουδέτερο και την κλητική: μόνο σε σύνθετα. Ο τόνος ανεβαίνει, όσο είναι δυνατόν, αλλά ποτέ πάνω από την τελευταία συλλαβή του πρώτου συνθετικού.
    μεγαλοπράγμων, μεγαλόπραγμον (δεν θα επιτρεπόταν ούτως ή άλλως *μεγάλοπραγμον λόγω του νόμου της τρισυλλαβίας
    παράφρων, παράφρον (και όχι *πάραφρον. ¨Οχι πριν από την τελευταία συλλαβή του πρώτου συνθετικού)
    εὐδαίμων, εὔδαιμον (ναι, ο τόνος, θέλει, και μπορεί να μετακινηθεί)


μείζων βελτίωνΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'μείζων'}} {{grc-κλίση-'βελτίων'}}
ενρινόληκτα επίθετα συγκριτικού βαθμού σε -ων
με επιπλέον τύπους
που δεν μετακινούν τον τόνο στο ουδέτερο

-ων-ων-ον, -ονος Κατηγορία:μείζων • 3 λέξεις 

όπως μείζων, ἡ μείζων, τὸ μεῖζον
όπως πλέων, ἡ πλέων, τὸ πλέον
που μετακινούν τον τόνο στο ουδέτερο

-ίων-ίων-'_ιον, -ίονος Κατηγορία:βελτίων • 2 λέξεις 

όπως βελτίων, ἡ βελτίων, τὸ βέλτιον
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / μείζων τὸ μεῖζον
      γενική τοῦ/τῆς μείζονος τοῦ μείζονος
      δοτική τῷ/τῇ μείζον τῷ μείζον
    αιτιατική τὸν/τὴν μείζον - μείζω τὸ μεῖζον
     κλητική ! μεῖζον μεῖζον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μείζονες - μείζους τὰ μείζον - μείζω
      γενική τῶν μειζόνων τῶν μειζόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς μείζοσῐ(ν) τοῖς μείζοσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς μείζονᾰς - μείζους τὰ μείζον - μείζω
     κλητική ! μείζονες - μείζους μείζον - μείζω
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μείζονε τὼ μείζονε
      γεν-δοτ τοῖν μειζόνοιν τοῖν μειζόνοιν
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
εὐδαίμον-
ονομαστική / βελτίων τὸ βέλτιον
      γενική τοῦ/τῆς βελτίονος τοῦ βελτίονος
      δοτική τῷ/τῇ βελτίον τῷ βελτίον
    αιτιατική τὸν/τὴν βελτίον - βελτίω τὸ βέλτιον
     κλητική ! βέλτιον βέλτιον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ βελτίονες - βελτίους τὰ βελτίον - βελτίω
      γενική τῶν βελτιόνων τῶν βελτιόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς βελτίoσῐ(ν) τοῖς βελτίoσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς βελτίονᾰς - βελτίους τὰ βελτίον - βελτίω
     κλητική ! βελτίονες - βελτίους βελτίον - βελτίω
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βελτίονε τὼ βελτίονε
      γεν-δοτ τοῖν βελτιόνοιν τοῖν βελτιόνοιν

ΥγρόληκταΕπεξεργασία

ἀπάτωρΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'σώφρων'}}
※ ουσιαστικά
#όπως «κτήτωρ»
-ωρ-ωρ-ορ, -ορος Κατηγορία:ἀπάτωρ • 1 λέξεις 
κλίνεται όπως το #σώφρων
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ἀπᾰτορ-
ονομαστική / ἀπάτωρ τὸ ἀπάτορ
      γενική τοῦ/τῆς ἀπάτορος τοῦ ἀπάτορος
      δοτική τῷ/τῇ ἀπάτορ τῷ ἀπάτορ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀπάτορ τὸ ἀπάτορ
     κλητική ! ἀπάτορ ἀπάτορ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀπάτορες τὰ ἀπάτορ
      γενική τῶν ἀπατόρων τῶν ἀπατόρων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀπάτορσῐ(ν) τοῖς ἀπάτορσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀπάτορᾰς τὰ ἀπάτορ
     κλητική ! ἀπάτορες ἀπάτορ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀπάτορε τὼ ἀπάτορε
      γεν-δοτ τοῖν ἀπατόροιν τοῖν ἀπατόροιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
Συνήθως τα συναντάμε ως ουσιαστικά.
  • Θέμα: ἀπατορ- Οι κανόνες, όπως στο #σώφρων:
    • στην ονομαστική ενικού δεν υπάρχει κατάληξη - το βραχύ φωνήεν όμως, εκτείνεται και γίνεται μακρό
      ἀπατορ- + ∅ > ἀπάτωρ (ο > ω)
    • στην κλητική ενικού δεν υπάρχει κατάληξη: είναι ίδια με το θέμα
      ὦ ἀπάτορ

Αυτά τα επίθετα σε -ωρ δεν μετακινούν τον τόνο όπως τα σύνθετα σε -ων (όπως #εὐδαίμων). Ούτε όταν είναι σύνθετα, ούτε όταν είναι απλά.

ΣιγμόληκταΕπεξεργασία

συνεχήςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'συνεχής'}}
※ νέα ελληνικά
#όπως «συνεχής»

σιγμόληκτα δικατάληκτα οξύτονα επίθετα σε '-ής, -ής, -ές με θέμα σε εσ-

-ής-ής-ές Κατηγορία:συνεχής • 61 λέξεις 
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
συνεχεσ-
ονομαστική / συνεχής τὸ συνεχές
      γενική τοῦ/τῆς συνεχοῦς τοῦ συνεχοῦς
      δοτική τῷ/τῇ συνεχεῖ τῷ συνεχεῖ
    αιτιατική τὸν/τὴν συνεχ τὸ συνεχές
     κλητική ! συνεχές συνεχές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ συνεχεῖς τὰ συνεχ
      γενική τῶν συνεχῶν τῶν συνεχῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς συνεχέσ(ν) τοῖς συνεχέσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς συνεχεῖς τὰ συνεχ
     κλητική ! συνεχεῖς συνεχ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συνεχεῖ τὼ συνεχεῖ
      γεν-δοτ τοῖν συνεχοῖν τοῖν συνεχοῖν
 

μανιώδης συνήθηςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'μανιώδης'}} {{grc-κλίση-'συνήθης'}}

σιγμόληκτα δικατάληκτα επίθετα σε '-ης, -ης, -ες με θέμα σε εσ-
Κλίση 'μανιώδης': συγκρίνετε τις γενικές πληθυντικούQ

-ης-ης-ες Κατηγορία:μανιώδης • 29 λέξεις 
δεν ανεβάζουν τον τόνο στο ουδέτερο
-ης-ης-'_ες Κατηγορία:συνήθης • 5 λέξεις 
ανεβάζουν τον τόνο στο ουδέτερο
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
μανιωδεσ-
ονομαστική / μανιώδης τὸ μανιῶδες
      γενική τοῦ/τῆς μανιώδους τοῦ μανιώδους
      δοτική τῷ/τῇ μανιώδει τῷ μανιώδει
    αιτιατική τὸν/τὴν μανιώδη τὸ μανιῶδες
     κλητική ! μανιῶδες μανιῶδες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μανιώδεις τὰ μανιώδη
      γενική τῶν μανιώδων τῶν μανιώδων
      δοτική τοῖς/ταῖς μανιώδεσ(ν) τοῖς μανιώδεσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς μανιώδεις τὰ μανιώδη
     κλητική ! μανιώδεις μανιώδη
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μανιώδει τὼ μανιώδει
      γεν-δοτ τοῖν μανιώδοιν τοῖν μανιώδοιν
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
συνηθεσ-
ονομαστική / συνήθης τὸ σύνηθες
      γενική τοῦ/τῆς συνήθους τοῦ συνήθους
      δοτική τῷ/τῇ συνήθει τῷ συνήθει
    αιτιατική τὸν/τὴν συνήθη τὸ σύνηθες
     κλητική ! σύνηθες σύνηθες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ συνήθεις τὰ συνήθη
      γενική τῶν συνήθων τῶν συνήθων
      δοτική τοῖς/ταῖς συνήθεσ(ν) τοῖς συνήθεσ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς συνήθεις τὰ συνήθη
     κλητική ! συνήθεις συνήθη
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συνήθει τὼ συνήθει
      γεν-δοτ τοῖν συνήθοιν τοῖν συνήθοιν

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Σύνθετα επίθετα που κλίνονται κατά το δεύτερο συνθετικό τους
επίθετο α-θ-ο γενική Κατηγορία ουσιαστικό
#εὔβοτρυς -υς-υς-υ -υος Κατηγορία:εὔβοτρυς • 2 λέξεις 
+#βότρυς, -ιχθυς, -οφρυς, -δακρυς
εὔχαρις -ις-ις-ι -ιτος Κατηγορία:εὔχαρις • 1 λέξεις 
+χάρις κατά το #τάπης
εὔελπις -ις-ις-ι -ιδος Κατηγορία:εὔελπις • 1 λέξεις 
+ἐλπίς κατά το #πατρίς
δίπηχυς -υς-υς-υ -εος Κατηγορία:δίπηχυς • 1 λέξεις 
+#πῆχυς κστά το πρέσβυς
ταχύπους -ους-ους-ουν -ποδος Κατηγορία:ταχύπους • 3 λέξεις 
+#πούς
χαυλιόδους -ους-ους-ουν -δοντος Κατηγορία:χαυλιόδους • 1 λέξεις 
+#ὀδούς. Δείτε και τα σύνθετα ουσιαστικά όπως 'κυνόδους', όπου η πλειοψηφία τους είναι κοινού γένους και έχουν λειτουργία διγενούς μονοκατάληκτου επιθέτου.
επίσης, από τη 2η κλίση#εὔνους-ους-ουν -ους-ους-ουν -ου από τη 2η κλίση:
Κατηγορία:εὔνους • 16 λέξεις 
+κατά το #πλοῦς (δευτερόκλιτο) πλοῦς -πλοος/-πλους, όπως και
νοῦς -νοος/-νους,
ῥοῦς -ροος/-ρους,
χρόος -χροος/-χρους

Τριτόκλιτες μετοχέςΕπεξεργασία

λύωνΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'λύων'}}
※ νέα ελληνικά
#όπως «τρέχων»
  • απαραίτητος ο προσδιορισμός προσωδίας δίχρονης παραλήγουσας για τον τονισμό του ουδέτερου (τὸ λῦον με λῡ-)
Μετοχές:λύων • 5 λέξεις 
λύων, λύουσα, λῦον (τοῦ λύοντος)
μετοχή ενεργητικού ενεστώτα
Κατηγορία:ἄκων • 1 λέξεις 
Επίθετο που κλίνεται όπως το 'λύων'.
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική λύων λύουσ τὸ λῦον
      γενική τοῦ λύοντος τῆς λυούσης τοῦ λύοντος
      δοτική τῷ λύοντ τῇ λυούσ τῷ λύοντ
    αιτιατική τὸν λύοντ τὴν λύουσᾰν τὸ λῦον
     κλητική ! λύων λύουσ λῦον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ λύοντες αἱ λύουσαι τὰ λύοντ
      γενική τῶν λυόντων τῶν λυουσῶν τῶν λυόντων
      δοτική τοῖς λύουσῐ(ν) ταῖς λυούσαις τοῖς λύουσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς λύοντᾰς τὰς λυούσᾱς τὰ λύοντ
     κλητική ! λύοντες λύουσαι λύοντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λύοντε τὼ λυούσ τὼ λύοντε
      γεν-δοτ τοῖν λυόντοιν τοῖν λυούσαιν τοῖν λυόντοιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἄκων ἄκουσ τὸ ἆκον
      γενική τοῦ ἄκοντος τῆς ἀκούσης τοῦ ἄκοντος
      δοτική τῷ ἄκοντ τῇ ἀκούσ τῷ ἄκοντ
    αιτιατική τὸν ἄκοντ τὴν ἄκουσᾰν τὸ ἆκον
     κλητική ! ἄκων*
ἆκον
ἄκουσ ἆκον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἄκοντες αἱ ἄκουσαι τὰ ἄκοντ
      γενική τῶν ἀκόντων τῶν ἀκουσῶν τῶν ἀκόντων
      δοτική τοῖς ἄκουσῐ(ν) ταῖς ἀκούσαις τοῖς ἄκουσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς ἄκοντᾰς τὰς ἀκούσᾱς τὰ ἄκοντ
     κλητική ! ἄκοντες ἄκουσαι ἄκοντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἄκοντε τὼ ἀκούσ τὼ ἄκοντε
      γεν-δοτ τοῖν ἀκόντοιν τοῖν ἀκούσαιν τοῖν ἀκόντοιν
* Κατά τη Γραμματική του Smyth (§.305b) και του του Σταματάκου (§.58)
το ἄκων κλίνεται όπως οι μετοχές με την κλητική ενικού του αρσενικού όπως η ονομαστική.
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.

(Η κλητική ενικού ίδια με την ονομαστική όπως συμβαίνει στις μετοχές (ἄκων) κατά ορισμένες Γραμματικές και όχι όπως θα συνέβαινε στα επίθετα (ἆκον)

λύσαςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'λύσας'}}
  • απαραίτητος ο προσδιορισμός προσωδίας δίχρονης παραλήγουσας για τον τονισμό του ουδέτερου (τὸ λῦσαν με λῡ-)
Μετοχές:λύσας • 18 λέξεις 
λύσας, λύσασα, λῦσαν (τοῦ λύσαντος)
μετοχή ενεργητικού αορίστου
Κατηγορία:σύμπας • 4 λέξεις 
Επίθετο που κλίνεται όπως το 'λύσας'
Τα σύνθετα του πᾶς, πᾶσα, πᾶν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική λύσᾱς λύσᾱσ τὸ λῦσᾰν
      γενική τοῦ λύσᾰντος τῆς λυσᾱ́σης τοῦ λύσᾰντος
      δοτική τῷ λύσᾰντ τῇ λυσᾱ́σ τῷ λύσᾰντ
    αιτιατική τὸν λύσᾰντ τὴν λύσᾱσᾰν τὸ λῦσᾰν
     κλητική ! λύσᾱς λύσᾱσ λῦσᾰν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ λύσᾰντες αἱ λύσᾱσαι τὰ λύσᾰντ
      γενική τῶν λυσᾰ́ντων τῶν λυσᾱσῶν τῶν λυσᾰ́ντων
      δοτική τοῖς λύσᾱσῐ(ν) ταῖς λυσᾱ́σαις τοῖς λύσᾱσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς λύσᾰντᾰς τὰς λυσᾱ́σᾱς τὰ λύσᾰντ
     κλητική ! λύσᾰντες λύσᾱσαι λύσᾰντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λύσᾰντε τὼ λυσᾱ́σ τὼ λύσᾰντε
      γεν-δοτ τοῖν λύσᾰ́ντοιν τοῖν λυσᾱ́σαιν τοῖν λυσᾰ́ντοιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική σύμπᾱς σύμπᾱσ τὸ σύμπᾰν
      γενική τοῦ σύμπᾰντος τῆς συμπᾱ́σης τοῦ σύμπᾰντος
      δοτική τῷ σύμπᾰντ τῇ συμπᾱ́σ τῷ σύμπᾰντ
    αιτιατική τὸν σύμπᾰντ τὴν σύμπᾱσᾰν τὸ σύμπᾰν
     κλητική ! σύμπᾱς σύμπᾱσ σύμπᾰν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ σύμπᾰντες αἱ σύμπᾱσαι τὰ σύμπᾰντ
      γενική τῶν συμπᾰ́ντων τῶν συμπᾱσῶν τῶν συμπᾰ́ντων
      δοτική τοῖς σύμπᾱσῐ(ν) ταῖς συμπᾱ́σαις τοῖς σύμπᾱσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς σύμπᾰντᾰς τὰς συμπᾱ́σᾱς τὰ σύμπᾰντ
     κλητική ! σύμπᾰντες σύμπᾱσαι σύμπᾰντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ σύμπᾰντε τὼ συμπᾱ́σ τὼ σύμπᾰντε
      γεν-δοτ τοῖν σύμπᾰ́ντοιν τοῖν συμπᾱ́σαιν τοῖν συμπᾰ́ντοιν
Κλίνεται κατά τη μετοχή «λύσας».
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.

λυθείςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'λυθείς'}}
※ νέα ελληνικά
#όπως «πληγείς»
Μετοχές:λυθείς • 14 λέξεις 
λυθείς, λυθεῖσα, λυθέν (τοῦ λυθένοτς) μετοχή παθητικού αορίστου
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική λυθείς λυθεῖσ τὸ λυθέν
      γενική τοῦ λυθέντος τῆς λυθείσης τοῦ λυθέντος
      δοτική τῷ λυθέντ τῇ λυθείσ τῷ λυθέντ
    αιτιατική τὸν λυθέντ τὴν λυθεῖσᾰν τὸ λυθέν
     κλητική ! λυθείς λυθεῖσ λυθέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ λυθέντες αἱ λυθεῖσαι τὰ λυθέντ
      γενική τῶν λυθέντων τῶν λυθεισῶν τῶν λυθέντων
      δοτική τοῖς λυθεῖσῐ(ν) ταῖς λυθείσαις τοῖς λυθεῖσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς λυθέντᾰς τὰς λυθείσᾱς τὰ λυθέντ
     κλητική ! λυθέντες λυθεῖσαι λυθέντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λυθέντε τὼ λυθείσ τὼ λυθέντε
      γεν-δοτ τοῖν λυθέντοιν τοῖν λυθείσαιν τοῖν λυθέντοιν

λελυκώς τεθνεώςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'λελυκώς'}} {{grc-κλίση-'τεθνεώς'}}
Μετοχές:λελυκώς • 13 λέξεις 
λελυκώς, λελυκυῖa, λελυκός (τοῦ λελυκότος)
μετοχή ενεργητικού παρακειμένου του λύω
Μετοχές:τεθνεώς • 5 λέξεις 
τεθνεώς, τεθνεώσα, τεθνεώς/ός (τοῦ τεθνεώτος)
ενεργητικού παρακειμένου του θνῄσκω
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική λελυκώς λελυκυῖᾰ τὸ λελυκός
      γενική τοῦ λελυκότος τῆς λελυκυίᾱς τοῦ λελυκότος
      δοτική τῷ λελυκότ τῇ λελυκυίᾳ τῷ λελυκότ
    αιτιατική τὸν λελυκότ τὴν λελυκυῖᾰν τὸ λελυκός
     κλητική ! λελυκώς λελυκυῖᾰ λελυκός
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ λελυκότες αἱ λελυκυῖαι τὰ λελυκότ
      γενική τῶν λελυκότων τῶν λελυκυιῶν τῶν λελυκότων
      δοτική τοῖς λελυκόσῐ(ν) ταῖς λελυκυίαις τοῖς λελυκόσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς λελυκότᾰς τὰς λελυκυίᾱς τὰ λελυκότ
     κλητική ! λελυκότες λελυκυῖαι λελυκότ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λελυκότε τὼ λελυκυίᾱ τὼ λελυκότε
      γεν-δοτ τοῖν λελυκότοιν τοῖν λελυκυίαιν τοῖν λελυκότοιν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τεθνεώς τεθνεῶσ τὸ τεθνεώς (τεθνεός)
      γενική τοῦ τεθνεῶτος τῆς τεθνεώσης τοῦ τεθνεῶτος
      δοτική τῷ τεθνεῶτ τῇ τεθνεώσ τῷ τεθνεῶτ
    αιτιατική τὸν τεθνεῶτ τὴν τεθνεῶσᾰν τὸ τεθνεώς (τεθνεός)
     κλητική ! τεθνεώς τεθνεῶσ τεθνεώς (τεθνεός)
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ τεθνεῶτες αἱ τεθνεῶσαι τὰ τεθνεῶτ
      γενική τῶν τεθνεώτων τῶν τεθνεωσῶν τῶν τεθνεώτων
      δοτική τοῖς τεθνεῶσῐ(ν) ταῖς τεθνεώσαις τοῖς τεθνεῶσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς τεθνεῶτᾰς τὰς τεθνεώσᾱς τὰ τεθνεῶτ
     κλητική ! τεθνεῶτες τεθνεῶσαι τεθνεῶτ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ τεθνεῶτε τὼ τεθνεώσ τὼ τεθνεῶτε
      γεν-δοτ τοῖν τεθνεώτοιν τοῖν τεθνεώσαιν τοῖν τεθνεώτοιν
θέματα
  • αρσενικό: λελυκωσ-, λελυκοτ- 3η κλίση
  • θηλυκό: λελυκυσ- 2η κλίση
  • ουδέτερο: λελυκοσ-, λελυκοτ- 3η κλίση
Δείτε και το ἑστώς με διαλεκτικούς τύπους.

ποιῶν τιμῶνΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'ποιών'}} {{grc-κλίση-'τιμών'}}
  • Συνηρημένες μετοχές ενεργητικού ενεστώτα συνηρημένων ρημάτων σε -έω ή -όω ή άω
Μετοχές:ποιῶν • 7 λέξεις 
ποιῶν, ποιοῦσα, ποιοῦν (τοῦ ποιούντος)
συνηρημένη μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ποιέω
δηλῶν, δηλοῦσα, δηλοῦν (τοῦ δηλούντος)
συνηρημένη μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του δηλόω
Μετοχές:τιμῶν • 4 λέξεις 

τιμῶν, τιμῶσα, τιμῶν (τοῦ τιμώντος)
συνηρημένη μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του τιμάω

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ποιῶν ποιοῦσ τὸ ποιοῦν
      γενική τοῦ ποιοῦντος τῆς ποιούσης τοῦ ποιοῦντος
      δοτική τῷ ποιοῦντ τῇ ποιούσ τῷ ποιοῦντ
    αιτιατική τὸν ποιοῦντ τὴν ποιοῦσᾰν τὸ ποιοῦν
     κλητική ! ποιῶν ποιοῦσ ποιοῦν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ποιοῦντες αἱ ποιοῦσαι τὰ ποιοῦντ
      γενική τῶν ποιούντων τῶν ποιουσῶν τῶν ποιούντων
      δοτική τοῖς ποιοῦσῐ(ν) ταῖς ποιούσαις τοῖς ποιοῦσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς ποιοῦντᾰς τὰς ποιούσᾱς τὰ ποιοῦντ
     κλητική ! ποιοῦντες ποιοῦσαι ποιοῦντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ποιοῦντε τὼ ποιούσ τὼ ποιοῦντε
      γεν-δοτ τοῖν ποιούντοιν τοῖν ποιούσαιν τοῖν ποιούντοιν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τιμῶν τιμῶσ τὸ τιμῶν
      γενική τοῦ τιμῶντος τῆς τιμώσης τοῦ τιμῶντος
      δοτική τῷ τιμῶντ τῇ τιμώσ τῷ τιμῶντ
    αιτιατική τὸν τιμῶντ τὴν τιμῶσᾰν τὸ τιμῶν
     κλητική ! τιμῶν τιμῶσ τιμῶν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ τιμῶντες αἱ τιμῶσαι τὰ τιμῶντ
      γενική τῶν τιμώντων τῶν τιμωσῶν τῶν τιμώντων
      δοτική τοῖς τιμῶσῐ(ν) ταῖς τιμώσαις τοῖς τιμῶσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς τιμῶντᾰς τὰς τιμώσᾱς τὰ τιμῶντ
     κλητική ! τιμῶντες τιμῶσαι τιμῶντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ τιμῶντε τὼ τιμώσ τὼ τιμῶντε
      γεν-δοτ τοῖν τιμώντοιν τοῖν τιμώσαιν τοῖν τιμώντοιν

δεικνύς διδούςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'δεικνύς'}} {{grc-κλίση-'διδούς'}}
Μετοχές:δεικνύς • 1 λέξεις 
δεικνύς, δεικνῦσα, δεικνύν (τοῦ δεικνύντος)
μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του δείκνυμι
Μετοχές:διδούς • 1 λέξεις 
διδούς, διδοῦσα, διδόν (τοῦ διδόντος)
μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του δίδωμι
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική δεικνῡ́ς δεικνῦσ τὸ δεικνῠ́ν
      γενική τοῦ δεικνῠ́ντος τῆς δεικνῡ́σης τοῦ δεικνῠ́ντος
      δοτική τῷ δεικνῠ́ντ τῇ δεικνῡ́σ τῷ δεικνῠ́ντ
    αιτιατική τὸν δεικνῠ́ντ τὴν δεικνύσᾰν τὸ δεικνῠ́ν
     κλητική ! δεικνῡ́ς δεικνῦσ δεικνῠ́ν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ δεικνῠ́ντες αἱ δεικνῦσαι τὰ δεικνῠ́ντ
      γενική τῶν δεικνῠ́ντων τῶν δεικνῡσῶν τῶν δεικνῠ́ντων
      δοτική τοῖς δεικνῦσῐ(ν) ταῖς δεικνῡ́σαις τοῖς δεικνῦσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς δεικνῠ́ντᾰς τὰς δεικνῡ́σᾱς τὰ δεικνῠ́ντ
     κλητική ! δεικνῠ́ντες δεικνῦσαι δεικνῠ́ντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δεικνῠ́ντε τὼ δεικνῡ́σ τὼ δεικνῠ́ντε
      γεν-δοτ τοῖν δεικνῠ́ντοιν τοῖν δεικνῡ́σαιν τοῖν δεικνῠ́ντοιν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική διδούς διδοῦσ τὸ διδόν
      γενική τοῦ διδόντος τῆς διδούσης τοῦ διδόντος
      δοτική τῷ διδόντ τῇ διδούσ τῷ διδόντ
    αιτιατική τὸν διδόντ τὴν διδούσᾰν τὸ διδόν
     κλητική ! διδούς διδοῦσ διδόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ διδόντες αἱ διδοῦσαι τὰ διδόντ
      γενική τῶν διδόντων τῶν διδουσῶν τῶν διδόντων
      δοτική τοῖς διδοῦσῐ(ν) ταῖς διδούσαις τοῖς διδοῦσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς διδόντᾰς τὰς διδούσᾱς τὰ διδόντ
     κλητική ! διδόντες διδοῦσαι διδόντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ διδόντε τὼ διδούσ τὼ διδόντε
      γεν-δοτ τοῖν διδόντοιν τοῖν διδούσαιν τοῖν διδόντοιν

στάς φυγώνΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'στας'}} {{grc-κλίση-'φυγών'}}
Μετοχές:στάς • 2 λέξεις 
στάς, στᾶσα, στάν (τοῦ στάντος)
μετοχή ενεργητικού αορίστου του ἵστημι
Μετοχές:φυγών • 10 λέξεις 
φυγών, φυγοῦσα, φυγόν (τοῦ φυγόντος)
μετοχή ενεργητικού αορίστου του φεύγω
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική στᾱ́ς στᾶσ τὸ στᾰ́ν
      γενική τοῦ στᾰ́ντος τῆς στᾱ́σης τοῦ στᾰ́ντος
      δοτική τῷ στᾰ́ντ τῇ στᾱ́σ τῷ στᾰ́ντ
    αιτιατική τὸν στᾰ́ντ τὴν στᾶσᾰν τὸ στᾰ́ν
     κλητική ! στᾱ́ς στᾶσ στᾰ́ν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ στᾰ́ντες αἱ στᾶσαι τὰ στᾰ́ντ
      γενική τῶν στᾰ́ντων τῶν στᾱσῶν τῶν στᾰ́ντων
      δοτική τοῖς στᾶσῐ(ν) ταῖς στᾱ́σαις τοῖς στᾶσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς στᾰ́ντᾰς τὰς στᾱ́σᾱς τὰ στᾰ́ντ
     κλητική ! στᾰ́ντες στᾶσαι στᾰ́ντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ στᾰ́ντε τὼ στᾱ́σ τὼ στᾰ́ντε
      γεν-δοτ τοῖν στᾰ́ντοιν τοῖν στᾱ́σαιν τοῖν στᾰ́ντοιν

-ντ χαρακτήρας όπως 3κλιτα ουσιαστικά -άς, -άντος ἱμάς, ἀνδριάς

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική φυγών φυγοῦσ τὸ φυγόν
      γενική τοῦ φυγόντος τῆς φυγούσης τοῦ φυγόντος
      δοτική τῷ φυγόντ τῇ φυγούσ τῷ φυγόντ
    αιτιατική τὸν φυγόντ τὴν φυγούσᾰν τὸ φυγόν
     κλητική ! φυγών φυγοῦσ φυγόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ φυγόντες αἱ φυγοῦσαι τὰ φυγόντ
      γενική τῶν φυγόντων τῶν φυγουσῶν τῶν φυγόντων
      δοτική τοῖς φυγοῦσῐ(ν) ταῖς φυγούσαις τοῖς φυγοῦσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς φυγόντᾰς τὰς φυγούσᾱς τὰ φυγόντ
     κλητική ! φυγόντες φυγοῦσαι φυγόντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ φυγόντε τὼ φυγούσ τὼ φυγόντε
      γεν-δοτ τοῖν φυγόντοιν τοῖν φυγούσαιν τοῖν φυγόντοιν