Δείτε επίσης: ευδαίμων

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
εὐδαιμον-
ονομαστική / εὐδαίμων τὸ εὔδαιμoν
      γενική τοῦ/τῆς εὐδαίμονος τοῦ εὐδαίμονος
      δοτική τῷ/τῇ εὐδαίμον τῷ εὐδαίμον
    αιτιατική τὸν/τὴν εὐδαίμον τὸ εὔδαιμoν
     κλητική ! εὔδαιμoν εὔδαιμoν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὐδαίμονες τὰ εὐδαίμον
      γενική τῶν εὐδαιμόνων τῶν εὐδαιμόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐδαίμοσῐ(ν) τοῖς εὐδαίμοσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐδαίμονᾰς τὰ εὐδαίμον
     κλητική ! εὐδαίμονες εὐδαίμον
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐδαίμονε τὼ εὐδαίμονε
      γεν-δοτ τοῖν εὐδαιμόνοιν τοῖν εὐδαιμόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'εὐδαίμων' όπως «εὐδαίμων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εὐδαίμων < (εὖ) εὐ- + δαίμων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εὐδαίμων, -ων, '_-ον

  1. ευλογημένος απ’ τον θεό
  2. ευτυχής, μακάριος
  3. που ευημερεί, πλούσιος
  4. (ουσιαστικοποιημένο) → δείτε  τὸ εὔδαιμον: η ευδαιμονία

  ΠηγέςΕπεξεργασία