Δείτε επίσης: ευδαίμων

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ εὐδαίμων τὸ εὔδαιμον οἱ, αἱ εὐδαίμονες τὰ εὐδαίμονα
Γενική τοῦ, τῆς εὐδαίμονος τοῦ εὐδαίμονος τῶν εὐδαιμόνων τῶν εὐδαιμόνων
Δοτική τῷ, τῇ εὐδαίμονι τῷ εὐδαίμονι τοῖς, ταῖς εὐδαίμοσι(ν) τοῖς εὐδαίμοσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν εὐδαίμονα τὸ εὔδαιμον τοὺς, τὰς εὐδαίμονας τὰ εὐδαίμονα
Κλητική εὔδαιμον εὔδαιμον εὐδαίμονες εὐδαίμονα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική εὐδαίμονε
Γενική-Δοτική εὐδαιμόνοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εὐδαίμων < (εὖ) εὐ- + δαίμων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εὐδαίμων

  1. ευλογημένος απ’ τον θεό
  2. ευτυχής, μακάριος
  3. που ευημερεί, πλούσιος
  4. (ουσιαστικοποιημένο) → δείτε  τὸ εὔδαιμον: η ευδαιμονία

  ΠηγέςΕπεξεργασία