Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ευτυχής ευτυχής ευτυχές
γενική ευτυχούς ευτυχούς ευτυχούς
αιτιατική ευτυχή ευτυχή ευτυχές
κλητική ευτυχή(ής) ευτυχής ευτυχές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ευτυχείς ευτυχείς ευτυχή
γενική ευτυχών ευτυχών ευτυχών
αιτιατική ευτυχείς ευτυχείς ευτυχή
κλητική ευτυχείς ευτυχείς ευτυχή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευτυχής < αρχαία ελληνική εὐτυχής

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛf.ti.ˈçis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛf.ti.ˈçɛs/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ευτυχής

  1. που αισθάνεται ευτυχία
     συνώνυμα: ευτυχισμένος
  2. που προκαλεί ευτυχία
     συνώνυμα:χαρούμενος
  3. που έχει ευνοηθεί από την τύχη
     συνώνυμα: τυχερός
  4. που είναι σύμφωνος με τις προσδοκίες, επιτυχημένος
     συνώνυμα: πετυχημένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία