Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευτυχία ευτυχίες
γενική ευτυχίας ευτυχιών
αιτιατική ευτυχία ευτυχίες
κλητική ευτυχία ευτυχίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευτυχία < αρχαία ελληνική εὐτυχία < εὖ + τύχη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ευτυχία θηλυκό

  1. κατάσταση ευφορίας και ψυχοσωματικής ικανοποίησης που πηγάζει από την επίτευξη κάποιων στόχων
  2. καλή τύχη, καλοτυχία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία