Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευτυχώ < ευ + τύχη

  ΡήμαΕπεξεργασία

ευτυχώ

  1. αισθάνομαι ευτυχία.

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Η μετοχή παθ. παρακειμένου του ρήματος αυτού σχηματίζετια κατά την Α΄ συζυγία.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία